Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Όσο αγαπάς την θάλασσα τόσο υποφέρεις όταν εκεί πονάς...


Η θάλασσα όπως έχω δηλώσει είναι ο μεγάλος μου έρωτας. Δεν είναι τρόπος ζωής για εμένα. Είναι η ζωή μου. Πάθος, αγάπη, εξάρτηση.. είναι μερικές ακόμα λέξεις που μπορούν να περιγράψουν μερικώς την σχέση που έχω μαζί της. Ένας τρίτος θα μπορούσε δικαιολογημένα να χρησιμοποιήσει και τις λέξεις υπερβολική, παράλογη, αρρωστημένη για να χαρακτηρίσει την σχέση αυτή..
Η ζωή μου λοιπόν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την θάλασσα. Έχω επιλέξει να είναι η τελευταία εικόνα πριν κοιμηθώ κάθε βράδυ και η πρώτη μόλις ξυπνήσω κάθε πρωί. Η επαφή μου μαζί της καθημερινή, ουσιαστική, ανιδιοτελής.. Οι στιγμές ευτυχίας και ψυχοσυναισθηματικής πληρότητας που έχω βιώσει κοντά της κυριολεκτικά αμέτρητες. Οι στιγμές πόνου μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.. Μια τέτοια στιγμή πόνου έζησα μόλις λίγες μέρες πριν και τώρα που μπορώ θέλω να το μοιραστώ.. Στην αρχή μου ήταν αδιανόητο να πω έστω μια κουβέντα. Είναι όμως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης να ξεχνάει. Ίσως είναι ένα χαρακτηριστικό που το απόκτησε ο άνθρωπος εξελικτικά από την ενστικτώδη ανάγκη για επιβίωση...
Τρίτη 21 Αυγούστου 2012
Επιτέλους ήρθε η μέρα που όλα είναι ευνοϊκά για να πάμε με τον Βασίλη για ψάρεμα. Εδώ και πάρα πολλές μέρες συζητάμε για την εξόρμηση αυτή. Από αρχές καλοκαιριού. Από τότε δηλαδή που ο Βασίλης ήρθε, όπως κάθε καλοκαίρι, για διακοπές στο νησί. Μια κάτι φίλοι που ήταν και αυτοί στο νησί και έτρεχα όλη μέρα μαζί τους, μια κάτι δουλειές του Βασίλη, μία κάτι δικές μου, μία τα μελτέμια, μία το ένα και μία το άλλο, το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του και ψάρεμα δεν είχαμε πάει ακόμα. Παρά τις αναβολές κάθε βράδυ στο λιμάνι ένας πανομοιότυπος διάλογος λάμβανε μέρος:
Β: Επ… Έλα εδώ.. Πες μου.. Τι βγάλατε σήμερα?
Μ: Κάτι βγάλαμε…και μόλις το φάγαμε! Ετοιμάσου να πάμε και παρέα.
Β: Εγώ έτοιμος είμαι. Όποτε θέλεις εσύ πες μου και φύγαμε.
Μ: Ωραία.. Εσύ αδερφέ δεν θα κάνεις τίποτα. Θα είσαι στο σκάφος και εγώ θα σου πετάω τα ψάρια επάνω.. Μόνο μετά στο φαί θα σε χρειαστώ..
Β: Η ειδικότητα μου…, απαντούσε γελώντας.
Αυτό που διέκρινα από την αρχή στον Βασίλη είναι ένα απίστευτο μεράκι για την θάλασσα. Είναι χαραγμένο στο βλέμμα του κάθε φορά που βρίσκεται κοντά της. Ίσως αυτό το αμοιβαίο πάθος ήταν και ο λόγος που ήρθαμε κοντά. Και οι δύο ανυπομονούσαμε τόσο πολύ να πάμε μαζί... να περάσουμε όμορφα.. να γελάσουμε.. και αν καθόταν να βγάζαμε και ψάρια.. Η συνέχεια του ψαρέματος ήδη συμφωνημένη. Κακκαβιά σε καφενείο φίλου που είναι μάστορας στο μαγείρεμα της. Η παρέα θα ήταν μεγάλη και καλή. Οι στιγμές που θα ακολουθούσαν αξέχαστες για όλους. Ήταν δεδομένο ότι θα γινόταν κάπως έτσι. Η τόση θετική ενέργεια που υπήρχε στον χώρο μετά από κάθε συζήτηση, μετά από κάθε ατάκα, μετά από κάθε γέλιο δεν άφηνε περιθώρια για να να προβλέψεις κάτι άλλο..
Ο Ηλίας, φίλος ψαροντουφεκάς από το νησί, θα έφευγε και αυτός σε λίγες μέρες και δεν είχαμε πέσει ούτε μία φορά μαζί. Τηλέφωνο και στους δύο λοιπόν κατά τις 13.00 και ορίζουμε το πολυπόθητο ραντεβού στο λιμάνι κατά τις 16.00.
Τελειώνω την δουλειά στις 15.00 και τρέχω να ετοιμάσω εξοπλισμό και να κατεβώ στο λιμάνι. Τα σενάρια πολλά, οι προβλέψεις αισιόδοξες, το ηθικό και η διάθεση στα ύψη και γενικά το κλίμα υπέροχο. Το πλάνο της ημέρας ήθελε εμένα και τον Ηλία να κάνουμε ψαροντούφεκο σε χτυπητά σημεία και ο Βασίλης να εκτελεί χρέη βαρκάρη με την Λυδία, το δικό του 5μετρο φουσκωτό.
Ώρα αναχώρησης περίπου στις 16.05 και ώρα άφιξης στον τόπο περίπου 16.20. Άγκυρα στο νερό στον μικρό κάβο απέναντι από μια μικρή βραχονησίδα, περιμέτρου 300 περίπου μέτρων, που θα ήταν και ο πρώτος τόπος που θα ψαρεύαμε. Επιλέγουμε το σκάφος να μείνει αγκυροβολημένο μιας και το ψάρεμα στον συγκεκριμένο τόπο δεν θα μπορούσε να διαρκέσει πάνω από 45λεπτά αφού τα καλά σημεία τα γνωρίζαμε και θα επιχειρούσαμε μερικές βουτιές κατευθείαν εκεί. Ντυνόμαστε, γελάμε, πειραζόμαστε και απολαμβάνουμε και οι τρεις τα πολλά συναισθήματα πληρότητας, ικανοποίησης και ευτυχίας που μας προσφέρει απλόχερα η επαφή με την θάλασσα αλλά και η καλή παρέα.
Πέφτω με τον Ηλία στο νερό σύμφωνα με το ρολόι του στις 16.35. Μέχρι το νησάκι μεσολαβεί ένα μπουγαζάκι 150 μέτρων. Μετά από 30 μέτρα κολύμπι γυρίζω προς το σκάφος και βλέπω τον Βασίλη να τακτοποιεί πράγματα. Πολύ μερακλής άνθρωπος ο Βασίλης, όλα θέλει να είναι σε τάξη, ακριβώς το αντίθετο από εμένα δηλαδή! Χαμογελάω και συνεχίζω. Από την πρώτη βουτιά η μάσκα μου παίρνει νερά λόγω ενός μικρού σπασίματος στο εξωτερικό πλαστικό κάλυμμα των φακών. Ξενερώνω λίγο αλλά συνεχίζουμε το ψάρεμα με τον Ηλία κολυμπώντας στην δυτική πλευρά της βραχονησίδας. Μετά από μερικές βουτιές συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να συνεχίσω το ψάρεμα λόγω μάσκας και επιχειρώ να φωνάξω τον Βασίλη να έρθει κοντά με το σκάφος. Η απόσταση από το σκάφος και ο 5άρης βοριάς δεν επιτρέπει να ακουστεί η φωνή μου ως εκεί οπότε στρίβουμε το νοτινό καβάκι και επιστρέφουμε προς το σκάφος από την ανατολική της πλευρά της βραχονησίδας. Έχουμε φέρει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου κύκλο το νησάκι και απομένει κολύμπι 150 μέτρων στο μπουγαζακι για να φτάσουμε το φουσκωτό. Εκείνη την στιγμή ένα ψαράδικο ξύλινο καΐκι με 3 ντόπιους ψαράδες έρχεται κατά πάνω μας. Ένας πανικός φαίνεται στο ύφος τους και μια σύγχυση στα λόγια τους.
Μας λένε πως υπάρχει ένας πνιγμένος άνθρωπος δείχνοντας μας το νοτινό καβάκι που μόλις στρίψαμε. Οι ψαράδες βλέποντας έναν πνιγμένο σε μικρή απόσταση από ψαροντουφεκάδικη σημαδούρα θεώρησαν πως κάποιος άτυχος ψαροντουφεκάς έχασε την ζωή του. Η ξαφνική τραγική πληροφορία μας συντάραξε. Τρελαθήκαμε. Τους είπαμε φυσικά ότι εμείς ψαρεύαμε μόνο οι δυο μας και δεν είχαμε κάποιον τρίτο μαζί.
Έπρεπε όμως να επέμβουμε το γρηγορότερο δυνατόν. Ο κοντινός κόλπος στην περιοχή ήταν γεμάτος ιστιοπλοϊκά με τουρίστες και αμέσως υπέθεσα πως για κάποιον με μικρή θαλασσινή εμπειρία συνέβη το μοιραίο.
Βγάζω το κεφάλι έξω από το νερό για να φωνάξω τον Βασίλη να έρθει να μας πάρει με το φουσκωτό για να επέμβουμε ακόμα πιο γρήγορα. Ο Βασίλης δεν φαίνεται στο σκάφος. Αγχώνομαι λίγο αλλά ηρεμώ όταν διακρίνω βατραχοπέδιλα να καταδύονται δίπλα στο φουσκωτό.
- “Να ο Βασίλης, βουτάει ακριβώς δίπλα στο φουσκωτό”, λέω στους υπόλοιπους.
-“Όχι, όχι… δεν πρέπει να είναι αυτός. Αφήσαμε εμείς κάποιον εκεί λίγο πριν για να μαζέψει αχινούς” απαντούν οι ψαράδες.
Δεν έχει νόημα να χάνουμε χρόνο οπότε ανεβαίνουμε όπως όπως στο ψαράδικο καΐκι και πηγαίνουμε μερικά μέτρα πιο πίσω από εκεί που μας μαζέψανε. Η τελευταία βουτιά του Ηλία σύμφωνα με το ρολόι ήταν 17.12. Το καΐκι πηγαίνει προς το σημείο που υπέδειξαν οι ψαράδες. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες. Ο πανικός στα μάτια των ψαράδων, ο δικός μου φόβος να αντικρίσω το επερχόμενο θέαμα ενός πνιγμένου ανθρώπου, ο τρόμος στα μάτια του Ηλία προκαλούν ένα περίεργο άγχος, έναν κόμπο στο στομάχι και ένα φόβο.
Από μακριά διακρίνω ένα ανθρώπινο σώμα μπρούμυτα στην επιφάνεια της θάλασσας περίπου 100 μέτρα ανοιχτά από το νότιο καβάκι της βραχονησίδας. Όχι. Ο εγκέφαλος μου δεν θέλει να δεχτεί την πληροφορία που του στέλνουν τα μάτια μου. Το σώμα που επιπλέει μπροστά μας είναι μάλλον του Βασίλη. Το χαρακτηριστικό κόκκινο μαγιό του δεν αφήνει αμφιβολία. Υπάρχει όμως μια ελπίδα να κάνω λάθος.. Όχι. Όσο πλησιάζουμε κάθε ελπίδα να μην είναι ο Βασίλης χάνεται. Πλησιάζουμε το σώμα και το ανεβάζουμε στο σκάφος. Δεν μπορώ να βρω λόγια να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα όταν γυρίσαμε το άψυχο σώμα και είδα το πρόσωπο του φίλου μου. Το κορμί του είναι ξαπλωμένο στην κουβέρτα του καϊκιού. Είναι παγωμένο. Είναι ακίνητο. Είναι άψυχο. Είναι ψέμα. Όχι.. Είναι αλήθεια. Ένας κόμπος παντού.. Ένα μούδιασμα στο κεφάλι και την ραχοκοκκαλιά.. Μια δύσπνοια.. Ένα σφίξιμο.. Πνίγομαι και ας μην είμαι στο νερό. Θέλω να πάρω μια βαθιά ανάσα και δεν μπορώ.. Θέλω να φωνάξω. Θέλω να κλάψω. Θέλω να αντιδράσω κάπως... Όχι ρε γαμώτο.. Δεν είναι δυνατόν.. Όχι...Οχι.. Οχι…
Δεν θέλω να δεχτώ ότι ο Βασίλης είναι νεκρός. Η μεγάλη απόσταση 300 περίπου μέτρων από το σκάφος δηλώνει το αδιανόητο.. ότι είναι ήδη αργά. Για να φτάσει εκεί το σώμα του Βασίλη σύμφωνα με τον καιρό και τα ρεύματα της περιοχής εκτιμώ ότι χρειάστηκαν το λιγότερο 30 λεπτά. Δηλαδή ελάχιστα λεπτά μετά από την στιγμή που τον αφήσαμε μόνο στο σκάφος. Ο χρόνος αυτός δεν αφήνει περιθώρια για ελπίδες. Η λογική όμως χάνει και κερδίζει το συναίσθημα. Δεν θα παραιτηθώ.. Όχι έτσι.. Όχι χωρίς προσπάθεια τουλάχιστον.. Αρχίζω τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις. Στην πρώτη εμφύσηση ο θώρακας σηκώνεται και στην φυσική εκπνοή νερό και αφρός βγαίνει από το στόμα. Ναι.. αναπνέει.. Ήθελα πολύ να το πιστέψω αλλά δυστυχώς δεν ήταν η πραγματικότητα αυτή. Συνεχίζω συναισθηματικά φορτισμένος να επαναφέρω στην ζωή τον φίλο μου.. Απλά τραγικό. Ξανά και ξανά… Απλά μάταιο. Μετά από δέκα λεπτά περίπου επιτρέπω στον εαυτό μου να δεχτεί το θλιβηρό γεγονός και την μακάβρια εικόνα. Κλείνω τα μισάνοιχτα μάτια του Βασίλη και χάνομαι σε έναν βαθύ πόνο..
Οι σκέψεις πυροβολούν το μυαλό. Ο χρόνος κάπου έχει χαθεί. Έχω σαστίσει. Είναι τώρα? Είναι πριν? Είναι πραγματικότητα? Το μυαλό συγχωνεύει εικόνες ζωής και θανάτου από τον Βασίλη και δημιουργεί πρωτόγνωρα συναισθήματα. Ζωή και θάνατος μαζί.. Το ψέμα και η αλήθεια μαζί…
Ζητάω να με αφήσουν στο φουσκωτό. Ανεβαίνω στο σκάφος του Βασίλη με σκοπό να τρέξω να ειδοποιήσω γιατρούς και συγγενείς όσο πιο γρήγορα μπορώ. Ψέματα…ξέρω ότι είναι μάταιο.. μάλλον ζητά το μυαλό μου την τελευταία εικόνα ζωής που θυμάται από τον Βασίλη. Εκεί.. στο 5μετρο φουσκωτό. Εκεί που γελάσαμε για τελευταία φορά πριν λίγα λεπτά.. εκεί που τον κοίταξα όλο ζωντάνια πριν από λίγο να τακτοποιεί τα πράγματα.. Εκεί.. Είναι δυνατόν? Δυστυχώς είναι..
Σηκώνω άγκυρα, βάζω μπροστά την μηχανή και φεύγω γρήγορα μόνος για το λιμάνι του νησιού. Η δίχρονη μηχανή ακούγεται σαν να ουρλιάζει. Το ίδιο θέλω να κάνω και εγώ. Το χέρι μου ψάχνει το κινητό μου τηλέφωνο που είχα αφήσει στον Βασίλη. Το βρίσκω στο ντουλαπάκι της κονσόλας. Καταλαβαίνω ότι έχω πάθει σοκ όταν βλέπω τα χέρια μου να τρέμουν τόσο που αδυνατώ να ψάξω τηλέφωνα στην λίστα του τηλεφώνου. Πρέπει να ηρεμήσω. Παίρνω τηλέφωνα παντού. Δεν απαντά κανένας. Τι γίνεται ρε γαμώτο? Το σκάφος τρέχει. Είμαι μόνος. Μήπως ονειρεύομαι? Όχι.. δυστυχώς. Η μυρωδιά του εμετού στο στόμα μου από τα γαστρικά υγρά του Βασίλη δεν μου επιτρέπουν να έχω ψευδαισθήσεις.. Μακάβρια εικόνα, το ξέρω. Όμως είναι αυτή που μου έχει χαραχθεί περισσότερο από όλες στο μυαλό. Βουρκώνω.. Κλαίω. Βγάζω μια κραυγή. Επιτέλους. Έσπασα το τοίχο που δεν με άφηνε να αντιδράσω. Κοιτάω πίσω. Το ξύλινο καίκι ακολουθεί. Είναι αλήθεια. Εκεί στο καΐκι παίζεται ένα ακόμα ψυχολογικό μαρτύριο για τον Ηλία και τους ψαράδες. Άπειρες σκέψεις…Ο χρόνος έχει τρελαθεί. Από την μία τα δευτερόλεπτα δεν περνάνε με τίποτα. Από την άλλη έφτασα σχεδόν στο λιμάνι. Πέφτω δίπλα στην προβλήτα δένοντας πρόχειρα ένα σχοινί έξω. Τρέχω με την στολή πανικόβλητος στο κεντρικό σοκάκι του νησιού να βρω κάποιον. Οποιονδήποτε. Όλοι κατάλαβαν ότι κάτι συνέβη. Κάτι τραγικό. Ο κόσμος μαζεύεται. Τα νέα μαθαίνονται. Και τώρα το δυσκολότερο κομμάτι. Η στιγμή που ο κόμπος στον λαιμό γίνεται τόσο μεγάλος που δεν σε αφήνει να αρθρώσεις λέξη. Είναι η στιγμή που πρέπει να ενημερώσω τους ανθρώπους του Βασίλη..
Κάπου εδώ τελειώνει η θαλασσινή ιστορία και αρχίζει ένας προσωπικός ψυχολογικός Γολγοθάς και μια οικογενειακή τραγωδία που δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναφερθώ. Θα αναφέρω μόνο την αιτία του θανάτου όπου σύμφωνα με τον ιατροδικαστή ήταν ένα πολύ ισχυρό έμφραγμα που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση στην θάλασσα και ένα φυσικό επακόλουθο πνιγμό. Έτυχε να είναι στην θάλασσα. Όχι. Εγώ δεν πιστεύω στην τύχη… Οπουδήποτε σύμφωνα με τους ειδικούς το αποτέλεσμα θα ήταν ίδιο, θάνατος. Εσείς χρειάζεστε αυτή την σημαντική ιατροδικαστική πληροφορία για να ολοκληρωθεί αυτή η θαλασσινή ιστορία χωρίς ερωτηματικά. Εμένα την απαιτούσε η συνείδηση μου.
Δεν θα επεκταθώ. Θα μείνω στην αμιγώς θαλασσινή τραγική εμπειρία που βίωσα στην θάλασσα... Στην γαλανή θεά που αγαπώ και αποτελεί την ζωή μου. Τον έρωτα μου. Το πάθος μου. Το περιβάλλον που μου έχει χαρίσει τα μέγιστα συναισθήματα ευτυχίας και ψυχικής γαλήνης.. Και όμως…Στην θάλασσα που αγάπησα όσο τίποτα άλλο, πόνεσα όσο πουθενά αλλού..

  Έτσι είναι τα μεγάλα πάθη. Πάντα έχουν ένα μεγάλο τίμημα. Εδώ το τίμημα είναι να πολλαπλασιάζεται ο ψυχικός πόνος. Στον πόνο της απώλειας προστίθεται ένας ακόμα πόνος. Ο πόνος ότι πόνεσα στην θάλασσα. Ότι η εικόνα της γαλήνης, της ευτυχίας και της ζωής αντικαταστάθηκε αμέσως στα μάτια μου με την εικόνα της λύπης, της θλίψης και του θανάτου.. Και έγινε εκεί.. εκεί που δεν ήθελα. Εκεί που πάλι θα βρεθώ.. εκεί που που θα ξεχαστώ αλλά δεν θα ξεχάσω.. εκεί που θα συνεχίσω να ζω.. στην θάλασσα.


Να είναι το τελευταίο σου ταξίδι με μπουνάτσα γελαστέ φίλε..
..να είναι με μια μυρωδιά ιωδίου στα ρουθούνια και μια αλμύρα στα χείλια σου..
..να είναι γαλήνιο και εσύ να το απολαμβάνεις όπως πάντα, χαμογελώντας..
..είθε να είναι απλά θαλασσινό.

1 σχόλιο:

  1. Να είσαι καλά να τον θυμάσαι φίλε μου, κρίμα το παληκάρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή